Δευτέρα, 10 Οκτωβρίου 2022 14:27

Αρκετά πια με τους επιτυχημένους νταήδες

Από :

Σε αυτό σημείο όλοι λίγο πολύ έχουμε παρακολουθήσει το σίριαλ της επίθεσης του Draymond Green στον Jordan Poole, στα επεισόδια που αυτό εκτυλίχθηκε. Από τη φήμη, στη δημοσιοποίηση/διαρροή του βίντεο, τις διάφορες γνώμες και αναλύσεις αλλά και την επίσημη γραμμή, όπως εκφράστηκε σε συνέντευξη τύπου από τον ίδιο τον Green και τον προπονητή των Warriors, Steve Kerr. 

Θα προσπαθήσω να μην σταθώ ιδιαίτερα στα όσα είπε ο Draymond Green στο πλαίσιο της συνέντευξης τύπου, και αυτό γιατί η γροθιά του στο πρόσωπο του Jordan Poole ως γεγονός και ως εικόνα αφήνει το αποτύπωμά της ούτως ή άλλως. Οι εξηγήσεις, οι συγγνώμες, και οι αιχμές που ακολούθησαν περισσότερο επισκιάζουν παρά φωτίζουν το περιστατικό. Πολλώ δε μάλλον όταν συμβαίνουν όχι στον απόηχο του ίδιου του γεγονότος, αλλά της διαρροής του βίντεο, και μοιάζουν να μην απηχούν τα συναισθήματα των εμπλεκομένων, αλλά τα πιο ευέλικτα (ή, ενδεχομένως, πιο γλοιώδη, δεν απέχουν πολύ οι έννοιες) corporate αντανακλαστικά “διαχείρισης κρίσεων” (1).  Ούτε δικαστές είμαστε, ούτε μπορούμε να αξιολογήσουμε τι περνάει από το κεφάλι του καθενός, παρά μόνο να εξετάσουμε το πλαίσιο στο οποίο λειτούργησε με τον τρόπο που λειτούργησε. Η αντίδραση του Poole και το αν θα τα βρουν οι δυό τους έχει μεγάλη σημασία μεν για τους Warriors, ελάχιστη δε στην ευρύτερη εικόνα της κατάστασης.

H άκαιρη επίκληση στην ιδιωτικότητα

Περισσότερο ενδιαφέρον από τα λεγόμενα του Green έχει η (δημόσια) τοποθέτηση του Steve Kerr επί του θέματος. Εν ολίγοις εστιάζει και αυτός στο γεγονός της διαρροής, επικαλείται την ιερότητα των αποδυτηρίων και επαναλαμβάνει συχνά την απάντηση “that’s private”. Πουθενά σε αυτή την τοποθέτηση δεν υπάρχει η ρητή αναγνώριση του γεγονότος ότι αυτή είναι μια συμπεριφορά που δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί, ή μια αναγνώριση ευθύνης του Green, του ίδιου, ή του franchise για ό,τι συνέβη. Πετώντας την μπάλα στην εξέδρα, κινείται σε μια λογική “μας πολεμάνε” επικαλούμενος τα περσινά δημοσιεύματα, περίπου την ίδια περίοδο, για τον Wiggins και τον εμβολιασμό ή μη του και συνεχίζοντας με την εντυπωσιακότερη από όλες τις απαντήσεις του: 

In 32 years I’ve probably seen 20+ fistfights in practice… That should not make it out beyond the walls of our practice facility. And it did. That’s a problem. We have to get better as an organization”. 

To μόνο πρόβλημα στο οποίο αναφέρθηκε o Steve Kerr είναι η διαρροή του βίντεο της γροθιάς, το μόνο στο οποίο απέτυχαν οι Warriors και πρέπει να βελτιωθούν, είναι στο να κρατήσουν το γεγονός εντός των τειχών του προπονητικού κέντρου τους, επιμένοντας στην παρομοίωση ενός NBA franchise με μια οικογένεια και ότι αυτά είναι ιδιωτικά ζητήματα.

Η διαρροή του βίντεο της επίθεσης πράγματι είναι αυτή που φέρνει ρήξη στη συνήθη ροή των πραγμάτων και στην εύκολη επίκληση στην ιδιωτικότητα. Μια συμπλοκή στη διάρκεια μιας προπόνησης ίσως είναι μέρος μιας (νοσηρής) κανονικότητας στους αθλητικούς χώρους, την οποία θρυμματίζει η διαρροή της εικόνας. Μια διαρροή που φέρνει τους πρωταγωνιστές, το franchise, τη Λίγκα, αλλά ακόμη και τους σχολιαστές σε μια αμήχανη θέση σε σχέση με την προσέγγιση του γεγονότος. Η λογική “τα εν οίκω μη εν δήμω” που φοριέται πολύ, δεν έχει θέση στην συγκεκριμένη περίπτωση: κατά πρώτον, διότι δεν έχουμε να κάνουμε με οίκους, αλλά με οργανισμούς εκατοντάδων εργαζομένων και αξίας δισεκατομμυρίων. Κατά δεύτερο λόγο, η Λίγκα και τα franchises, αλλά και οι ίδιοι οι παίκτες, μέσω των ανθρώπων που διαχειρίζονται την εικόνα τους, προβάλλουν ιδιοτελώς, όχι μόνο το παρασκήνιο των αγώνων και τη ζωή των αποδυτηρίων, αλλά βάζουν το κοινό στα σπίτια και τις ζωές τους. Αποτελεί και αυτό μια από τις διαδικασίες που παράγουν την υπεραξία που καρπώνονται ως δόξα και χρήμα που συνεπάγεται η επιτυχία και η θέση τους. Είναι μάλλον άστοχο ξαφνικά να γίνεται επίκληση στην ιδιωτικότητα και στο “απόρρητο”, μονάχα όταν τα πράγματα στραβώνουν. Για να μην παρεξηγηθώ, σαφώς και όλοι έχουν δικαίωμα στην ιδιωτικότητα και το απόρρητο, και προσωπικά δεν με ενδιαφέρει τι τρώει ο “Χ” παίκτης, πόσα σουτ έκανε στην προπόνηση, ούτε τι λέγεται στο ιατρικό κέντρο την ώρα της αποθεραπείας, όμως αυτή είναι η κατάσταση του επαγγελματικού αθλητισμού σήμερα. Παίκτες και προπονητές είναι ταυτόχρονα θύτες και θύματα της, για μένα, αδίστακτης υπερπροβολής τους.

Απεναντίας όμως, περιστατικά σαν και το συγκεκριμένο αναδεικνύουν την αξία της διαθεσιμότητας και της δημοσιότητας του βίντεο μέσα από αυτή τη διαδικασία. Γιατί σε αυτή την περίπτωση έχουμε να κάνουμε με τον Jordan Poole των 17 πόντων κατά μέσο όρο για τους πρωταθλητές ΝΒΑ. Τι θα γινόταν αν στη θέση του Poole βρισκόταν, ας πούμε, ο Pat Spencer, που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο training camp των Warriors με ολιγοήμερο συμβόλαιο και δεν υπήρχε κάποιος να ασχοληθεί με το να βιντεοσκοπεί τη συνδιαλλαγή του με τον Draymond Green; 

Γι’ αυτό και είναι εξοργιστική η επιμονή του Kerr πως το πρόβλημα είναι η διαρροή, και όχι το γεγονός. H διαρροή σαφώς και δυσκολεύει τη διαχείριση του περιστατικού, όχι μόνο επικοινωνιακά για την ομάδα, αλλά και σε ανθρώπινο επίπεδο μεταξύ των εμπλεκομένων. Ωστόσο αν δυσκολεύει την μια περίπτωση, μπορεί τουλάχιστον το ατυχές ή ιδιοτελές γεγονός της διαρροής να αποτελέσει το εφαλτήριο ώστε να απαλειφθούν τέτοιες συμπεριφορές στο μέλλον, έστω κι αν το κίνητρο είναι επικοινωνιακό. Τη συζήτηση για το αν φερόμαστε σωστά στο πλαίσιο ενός πανοπτικού ή επειδή πραγματικά γυρίσαμε σελίδα, μπορούμε να την κάνουμε αργότερα.

Το έθιμο ως πλυντήριο

Το γεγονός ότι “αυτό συνέβαινε πάντα” ή “έτσι λειτουργούμε εδώ” δεν αποτελεί ποτέ καλό λόγο για να συνεχίσει να συμβαίνει κάτι. Ή τελοσπάντων έχει θέση σε μια συζήτηση για το αν τα σουτζουκάκια το τραβάνε το κύμινο όπως λέει η γιαγιά ή όχι, δεν έχει θέση στην κουλτούρα που διέπει την πρωταθλήτρια ομάδα του NBA και τον επαγγελματικό αθλητισμό γενικότερα, ιδίως αν αναλογιστούμε πως τα τελευταία χρόνια το πεδίο του επαγγελματικού αθλητισμού έχει γίνει εφαλτήριο για να ανοίξουν πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα σε ένα κοινό που συνήθως απείχε από τη συζήτηση τους.

Ο Marc Spears και ο Richard Jefferson σχολιάζουν γελώντας ότι αυτά γίνονται 4-5 φορές κάθε σεζόν σε μια ομάδα - δεν μπορώ να το γνωρίζω, ούτε αν τα περιστατικά είναι το ίδιο βίαια. Αλλά αν συμβαίνουν, και δεν μπορεί να συμβαίνουν μόνο ανάμεσα σε παίκτες με την ίδια εργασιακή ασφάλεια, ούτε προφανώς πάντα λύνονται με αγκαλιές και συγγνώμες. Με δεδομένο πως, όπως οι ίδιοι αναφέρουν, δεν πρόκειται για μεμονωμένες περιπτώσεις, αλλά για μια κουλτούρα που επικρατεί και μένει “εσωτερικό” ζήτημα, τότε, εχμ, μήπως θα έπρεπε το ζήτημα να έρθει στο φως, και μήπως κι εκείνοι, ως μέλη των media έχουν κάποιο χρέος εδώ; 

Αργότερα ο Jefferson αναφέρει πως “δεν θέλετε το NBA να υπαγορεύει τι γίνεται στην προπόνηση, αυτή είναι η ομάδα σας, χειριστείτε το” μια δήλωση προβληματική από όπου και να την πιάσεις. Ο ρόλος της διοργανώτριας αρχής είναι ακριβώς να παρέχει τα μέσα για όλους τους παίκτες να συμμετέχουν επί ίσοις όροις στις δραστηριότητες των ομάδων τους και να φτάσουν την αθλητική προοπτική τους. Η συμπλοκή που είδαμε δεν αποτελεί φυσικά  μέρος καμίας προπόνησης. Να πάρει, για ομάδες NBA μιλάμε, όχι για τον Captain Beefheart και την μπάντα του στη δημιουργία του Trout Mask Replica. Η πειθαρχική κύρωση σύμφωνα με τον Jefferson δεν είναι δουλειά της Λίγκας, παρά μόνο της ομάδας. Είναι άραγε στο χέρι μιας εταιρείας να αποφασίζει για τον εαυτό της αν η σωματική βία είναι μέρος της εργασιακής κουλτούρας της; 

H επιμονή στο ότι τέτοια σκηνικά γίνονται κάθε χρόνο, η δήλωση του Kerr πως έχει βρεθεί ενώπιον 20+ fistfights στην καριέρα του, δεν είναι παράσημο ανδρείας, αλλά μια δειλή σιωπηλή αποδοχή ενός ανεξέλεγκτου και απαρχαιωμένου status quo προερχόμενου από το δίκαιο του ισχυρού. 

Η πτυχή της ψυχικής υγείας

Φυσικά δεν ξέρουμε τι ζόρι τραβάει ο καθένας στη ζωή του και γιατί ξαφνικά κόβει καπίστρι και αντιδρά εκτός λογικής και μέτρου -ούτε έχει νόημα να μαντεύουμε. Γι’ αυτό και δεν είναι το ζητούμενο η ανθρωποφαγία και η καύση στην πυρά του Draymond Green ως άτομο. Θέλω να πιστεύω ότι κανείς δεν αντιδράει έτσι αν δεν κουβαλάει συσσωρευμένη οργή, πόνο, οτιδήποτε. Έχει περιγραφεί με τον καλύτερο τρόπο στο -συγκλονιστικό- fleabag:

Οι ομάδες απασχολούν δεκάδες γιατρούς, φυσικοθεραπευτές και προπονητές για να αναλύουν κάθε πτυχή της αθλητικής απόδοσης και της σωματικής υγείας των παικτών τους -όπως και οι εταιρείες επενδύουν σε ανθρώπους και λογισμικά μέτρησης της παραγωγικότητας και ούτω καθεξής. Για κάθε οργανισμό που έχει τους πόρους να επενδύει σε αυτά, είναι εκ των ων ουκ άνευ ότι υπάρχει συναφής αναγκαιότητα παροχής ψυχολογικής υποστήριξης στον ίδιο βαθμό, ιδίως σε επαγγέλματα που απαιτούν από τους ανθρώπους να αποδίδουν σε συνθήκες υψηλής πίεσης. Και φυσικά παρόμοιο χρέος, των ιδιων των ανθρώπων να λύνουν τα προβλήματά τους. Η ψυχική υγεία δεν αποτελεί δικαιολογία, αλλά αυτοσκοπό. Τόσο για όσους έχουν τους πόρους, όσο και της πολιτείας για τους υπόλοιπους.

To Killer Instinct

Η άλλη ενδιαφέρουσα προσέγγιση είναι πως αν επιθυμεί κανείς όσα θετικά προσφέρει η προσωπικότητα του Draymond Green (τη μόνιμη εγρήγορση, την μπασκετική ιδιοφυία, το ότι δεν κάνει πίσω σε καμία πρόκληση, την καλώς εννοούμενη ανταγωνιστικότητα και τα ηγετικά χαρακτηριστικά) σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχτεί και τα ψεγάδια του, σαν να πηγαίνουν πακέτο. Η νοοτροπία πως αφού το αρχέτυπο λειτουργεί και φέρνει αποτελέσματα στο κυνήγι της επιτυχίας, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Με λίγα λόγια, πως αν θέλεις να πετύχεις, χρειάζεσαι αυτά τα χαρακτηριστικά ή “πρέπει να είσαι και λίγο μαλάκας για να πετύχεις”. Και ο Jordan τα ίδια έκανε (και με τον Kerr σε ένα παράξενο παιχνίδι της τύχης). Αυτό θυμίζει λίγο το όψιμο πάθος των social media να προσπαθούν να κάνουν reverse engineer την “επιτυχία” με άρθρα και βίντεο του τύπου “Αυτές είναι οι πέντε συνήθειες που θα σε κάνουν επιτυχημένο” ή “αυτή είναι η πρωινή ρουτίνα του Steve Jobs/Jeff Bezos/τοποθετήστε το είδωλο αυτού του μήνα”, που προσπαθούν να συσχετίσουν αιτιωδώς συνήθειες ή στοιχεία του χαρακτήρα ενός προσώπου, με την οικονομική επιτυχία μιας επιχείρησης. Μια προσπάθεια που πουλιέται σαν επιστήμη, αλλά έχει μεγαλύτερη σχέση με τη συνήθεια μου να πηγαίνω στο φροντιστήριο της θείας μου και να της λέω τα σημεία που έπαιξα στο Στοίχημα κάθε μέρα, επειδή δυο φορές που έτυχε και το έκανα, κέρδισα από ένα καλό χαρτζιλίκι. 

Ακόμα και αν δεχτούμε όμως πως υπάρχει αυτή αιτιώδης συνάφεια μεταξύ τέτοιων αρνητικών χαρακτηριστικών ή συμπεριφορών και επιτυχίας, μήπως είναι μια καλύτερη συζήτηση ποιο είναι το κόστος αυτής της επιτυχίας, και αν το κυνήγι της χρησιμοποιείται με συνέπεια για να ξεπλύνει τις εκούσιες αυτές συμπεριφορές; Μήπως θα έπρεπε να τεθούν εκτός παιχνιδιού για να χωρίς “αλλά”, για να μπορούμε να παίξουμε όλοι; Η θέση στο spotlight του αθλήματος, με τα χρήματα, τη φήμη, και την προσωπική χαρά και πληρότητα που αυτή συνεπάγεται δεν είναι εκ γενετής δικαίωμα κανενός, αλλά αντίθετα (θα πρέπει να) είναι κάτι που κερδίζεται και διατηρείται τόσο από τα αθλητικά επιτεύγματα, όσο και από την ικανότητα να φερθεί κανείς σαν άνθρωπος. 

Υπάρχουν στη Λίγκα κανόνες και πειθαρχικές ποινές για ναρκωτικά, για ντόπα, για καθυστερήσεις στην προπόνηση, πανάθεμα τους, μέχρι και για την κριτική στους διαιτητές, και καθόμαστε και συζητάμε αν πρέπει να τιμωρηθεί μια κίνηση σαν κι αυτή; Είναι δυνατόν να προσπαθεί η Λίγκα να θέσει κανονιστικά εκτός παιχνιδιού όσα προαναφέρθηκαν, και όχι μια σωματική επίθεση -όποιο κι αν ήταν το κίνητρό της.

Η αρχή της αναλογικότητας

Αρκετά σχόλια εστιάζουν στο τί μπορεί να είπε ο Jordan Poole, και δεν έχει μεγάλη σημασία αν κανένα report δεν αναφέρει ότι είπε κάτι ακραίο. Οτιδήποτε και να είπε, δεν δικαιολογεί την αντίδραση. Η εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας είναι είναι μια πολύ απλή και χρήσιμη ιδέα. Δηλαδή αν το μέσο που χρησιμοποιείται για την επίτευξη ενός σκοπού, είναι πρόσφορο, αναγκαίο, και μη δυσανάλογο. Να μην το κουράζουμε πολύ, δύο απλοϊκά παραδείγματα είναι πάνω-κάτω πως: αν κάποιος με βρίζει, αυτό δεν μου δίνει το δικαίωμα να τον πλακώσω στο ξύλο, ή το να απειλείται η περιουσία μου, δεν με νομιμοποιεί να θέσω σε κίνδυνο τη ζωή κάποιου. 

Εν προκειμένω, μιλάμε σε αδρές γραμμές για δυο ανθρώπους στον χώρο εργασίας τους, και μάλιστα σε μια περίοδο της σεζόν χωρίς πίεση. Σε κανένα εργασιακό περιβάλλον δεν δικαιολογείται η σωματική επίθεση, πολλώ δε μάλλον όταν μιλάμε για έναν επαγγελματία αθλητή και τέτοια σφοδρότητα, με ό,τι επιπλέον κίνδυνο σημαίνει αυτό για τον αποδέκτη της επίθεσης. 

Η παράδοση ως αποκλεισμός

Σε ένα γενικότερο επίπεδο, οι παραπάνω παράγοντες σκιαγραφούν τον λόγο για τον οποίο οι ομάδες (εταιρείες, οργανισμοί κ.ο.κ.) οφείλουν να μην συγκαλύπτουν παρόμοιες συμπεριφορές και εμείς ως θεατές (πελάτες, συνάδελφοι) οφείλουμε να τις καταδικάζουμε δίχως όρους και περιστροφές. Οι συμπεριφορές αυτές συνεπάγονται και διαιωνίζουν μια κατάσταση κατά την οποία ορισμένοι κλάδοι και επαγγέλματα απαιτούν “εισιτήρια” που δεν έχουν να κάνουν με το ταλέντο, την κατάρτιση, ή την προσπάθεια κάποιου. Αυτά τα εισιτήρια ποικίλλουν από την απειλή σωματική ή λεκτικής βίας, στις σεξιστικές συμπεριφορές, την τυφλή υπακοή στην ιεραρχία, την απουσία ωραρίου και ούτω καθεξής. Είναι φράγματα που αναγκάζεται να αποδεχτεί και να ενσωματώσει κανείς για την αποδοχή του στον εκάστοτε χώρο. Γιατί; Η φύση λοιπόν της συμπεριφοράς ως παράγοντα αποκλεισμού από μόνη της αποτελεί ικανό λόγο για να μην θεωρείται το εν λόγω, και κάθε άλλο αντίστοιχο, περιστατικό μια “εσωτερική” και “ιδιωτική” υπόθεση της ομάδας. 

Στην τελική, οι Warriors και το NBA κάτι θα αποφασίσουν, αξίζει όμως στη δική μας συζήτηση γύρω από το θέμα να αγγίζουμε τις παραπάνω παραμέτρους πριν το κάνουμε στην άκρη λέγοντας “έλα μωρέ, γίνονται αυτά στις ομάδες”, “αφού φέρνει αποτελέσματα” κ.λπ., καθώς όσο το δικαιολογούμε με τέτοια επιχειρήματα, τόσο κανονικοποιούμε και στη ζωή μας τέτοια αβίωτα περιβάλλοντα. Στο κάτω-κάτω, έχουν δικαίωμα στη δουλειά, την προβολή, την επιτυχία και άνθρωποι που δεν θέλουν να εργάζονται δίπλα σε μπαμπούλες, και όλοι οι υπόλοιποι έχουμε υποχρέωση να κρατάμε αυτό το μονοπάτι ανοιχτό γι’ αυτούς. 

Όπως είπαμε και παραπάνω, το θέμα δεν είναι να σταυρώσουμε τον Draymond Green, που γνωρίζουμε ήδη πως είναι μια μπασκετική ιδιοφυία με κατά καιρούς επιεικώς προβληματική συμπεριφορά, ούτε το ζητούμενο είναι η συγγνώμη του. Αντίθετα, ζητούμενο είναι οι ομάδες, η Λίγκα, και η μπασκετική κοινότητα να σφυρηλατήσουν ένα πλαίσιο λειτουργίας και επικοινωνίας γύρω από το άθλημα, εντός του οποίου η βίαιη κλιμάκωση μιας πλάκας ή μιας διχογνωμίας περισσεύει, αντί να την υποθάλπουν, ώστε κανένας -ανεξαρτήτως θέσης- να μην θεωρεί πως “τον παίρνει” να λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο. Αρκετά πια με τα περιβάλλοντα πλεονάζουσας τεστοστερόνης όπου μόνο όσοι επιθυμούν ή έστω αποδέχονται τα νταηλίκια ως κανονικότητα μπορούν να πετύχουν.

 

Σημειώσεις:

(1) Πόσα ξερά “what I did was wrong” χωρίς context, πόσα “I’m a flawed person” και πόσα αντρίκια “I’m not looking for sympathy” να αντέξει κανείς;

Basketballguru.gr 2018 All righs reserved.      Designed and Developed by Web Rely