Δεν χωρά αμφιβολία πως ο Άρης άλλαξε επίπεδο στην διάρκεια του εφετινού καλοκαιριού. Απέκτησε πολλούς νέους παίκτες. Αλλά και προπονητή υψηλού διαμετρήματος. Τον Βασίλη Σπανούλη. Τον Ομοσπονδιακό τεχνικό, ο οποίος τα τελευταία δύο χρόνια εργαζόταν στο Μονακό, δηλαδή σε επίπεδο EuroLeague. Ένα πρόσωπο που αν μη τι άλλο δείχνει ικανό να εμπνεύσει τον οργανισμό κι οτιδήποτε τον περιβάλλει, σκορπώντας ενθουσιασμό στις τάξεις του κόσμου, αλλά και ρεαλιστικές πιθανότητες για την δημιουργία μιας πολύ καλής ομάδας μέσα κι έξω από τις τέσσερις γραμμές του παρκέ.
Στην πραγματικότητα, ο Βασίλης Σπανούλης άνοιξε τον... ασκό του Αιόλου όσον αφορά τα μεταγραφικά του Άρη, καθώς η παρουσία του στον πάγκο αποτέλεσε κίνητρο για πολλούς παίκτες ως προς το να υπογράψουν στους Κιτρινόμαυρους. Για να ακολουθήσει ένα τσουνάμι δυνατών μεταγραφών. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι νέοι παίκτες των Θεσσαλονικέων, κατά τις δηλώσεις τους αναφορικά με τη νέα τους ομάδα, αναφέρθηκαν με εξαιρετικά λόγια στις επικοινωνίες που είχαν τόσο με τον Σπανούλη, όσο και με τον Νίκο Ζήση στην διάρκεια των διαπραγματεύσεων τους με τον σύλλογο. Η αξία της παρουσίας αυτών των δύο μπασκετανθρώπων στις τάξεις του κλαμπ αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη θερινή στελέχωση. Προφανώς κι ο οικονομικός παράγοντας έπαιξε μεγάλο ρόλο, αφού ο Άρης μπόρεσε να δώσει συμβόλαια που στο παρελθόν δεν ήταν σε θέση να προσφέρει. Όμως άπαντες στάθηκαν και στο κίνητρο, την πρόκληση, το εγχείρημα, τη φιλοδοξία, το πλάνο. Χαρακτηριστικά τα οποία τους άνεδειξε το front office του Άρη κι αποτέλεσαν κομμάτι της συζήτησης πριν τις υπογραφές.
Ο Άρης μπόρεσε να υπογράψει τον 28χρονο άσο Νένο Ντιμιτρίεβιτς που πέρσι αγωνιζόταν στη Μπάγερν Μονάχου και πρόπερσι στην Αρμάνι Μιλάνο, αλλά και τον 28χρονο swingman Άνταμ Μοκόκα που ήρθε στη Θεσσαλονίκη με τις δάφνες του τίτλου του EuroCup. Ως MVP μάλιστα των τελικών της διοργάνωσης καθώς κι ως διεθνής με την Εθνική Γαλλίας. Ενώ αίσθηση προκάλεσαν κι οι κινήσεις με τους Ι Τζέι Λιντέλ και Τζερεμάια Ρόμπινσον-Ερλ, οι οποίο ήρθαν απευθείας από το NBA κι αμφότεροι είναι μόλις 26 ετών. Ο πρώτος έχοντας πέρσι 26 παιχνίδια με 13.4 λεπτά μέσο όρο στο Μπρούκλιν. Κι ο δεύτερος κουβαλώντας στις πλάτες του εμπειρία πέντε ετών από το κορυφαίο πρωτάθλημα του πλανήτη, με 220 αγώνες στο ενεργητικό του κι αρκετή δραστηριότητα στην Οκλαχόμα και Νέα Ορλεάνη. Πάντως, η ιστορία του Ρόμπινσον-Ερλ δεν ήταν καθόλου απλή υπόθεση, αφενός γιατί μιλάμε για έναν αθλητή τον οποίο ο Άρης χρειάστηκε να «χρυσώσει» με 1.8 εκατ. δολάρια ετησίως, αφετέρου διότι τον παίκτη σύμφωνα με πληροφορίες τον ήθελε σε τρεις διαφορετικές χρονικές στιγμές η Φενέρμπαχτσε του Σάρας Γιασικεβίτσιους.
Κατά τα λοιπά, ο Άρης πέτυχε σπουδαίο διετές deal με τον Ματ Μόργκαν των 13.5 πόντων μέσο όρο πέρσι στη EuroLeague με την Βίρτους Μπολόνια. Τον 29χρονο Αμερικανό σούτινγκ γκαρντ ο οποίος το 2024 πανηγύρισε το πρωτάθλημα Ιταλίας με τους Μπολονέζους κι εκτιμάται ότι μπορεί να κάνει την διαφορά στην κιτρινόμαυρη επίθεση. Ταυτόχρονα με την πολυπόθητη και πολυσυζητημένη επιστροφή του Βασίλη Τολιόπουλου στο Παλέ ντε Σπορ, αλλά και την ενίσχυση του ελληνικού κορμού του ρόστερ με την απόκτηση του Βασίλη Χαραλαμπόπουλου από την ΑΕΚ, είναι σαφές ότι ο Άρης επιχειρεί να φτιάξει ένα ισχυρό κράμα γηγενών και ξένων παικτών. Ως προς τους πρώτους, οι Κιτρινόμαυροι μπόρεσαν να κάνουν 100% δικό τους τόσο τον Κώστα Αντετοκούνμπο, όσο και τον Γιώργο Τανούλη, οι οποίοι μέχρι πρότινος βρίσκονταν στην ομάδα ως δανεικοί από τον Ολυμπιακό. Όμως από φέτος το καλοκαίρι ανήκουν εξ ολοκλήρου στον Άρη, αφού μετακινήθηκαν με ελεύθερη μεταγραφή.
Για το τέλος, όμως, άφησα δύο νέους παίκτες που υπάγονται σε μια ξεχωριστή κατηγορία. Αυτή των βετεράνων. Δηλαδή των παικτών οι οποίοι έχουν φάει τα γήπεδα με το κουτάλι. Ναι μεν δεν βρίσκονται στην πρώτη τους νιότη, όμως δεδομένα μπορούν να προσφέρουν τόσο μέσα στο γήπεδο, όσο και στα αποδυτήρια μιας ομάδας. Ο λόγος για τους Κεμ Μπιρτς και Στέφαν Γιόβιτς. Οι οποίοι ήρθαν στον Άρη για να βοηθήσουν, πέρα από το αμιγώς αγωνιστικό σκέλος, με την προσωπικότητα και τις μεγάλες παραστάσεις τους. Ο Καναδός σέντερ είναι στα 34 πια κι έχει στο βιογραφικό του 298 παιχνίδια στο NBA κι άλλα 105 στην EuroLeague. Μάλιστα το 2025 αναδείχθηκε Πρωταθλητής Ευρώπης στο Άμπου Ντάμπι με τη Φενέρμπαχτσε. Ενώ την ίδια χρονιά ήταν ο MVP των Τελικών στο τουρκικό πρωτάθλημα. Έχοντας κατακτήσει δύο double στη γειτονική χώρα κατά την διετή παρουσία του στην Πόλη. Το σημαντικότερο για τον Μπιρτς, άλλοτε παίκτη του Ολυμπιακού και συμπαίκτη του Βασίλη Σπανούλη στον Πειραιά, είναι πως βρίσκεται σε εξαιρετική κατάσταση σωματικά. Αλλά κι ότι πέρσι είχε σεζόν χωρίς τραυματισμούς, με 74 παιχνίδια και 17 λεπτά μέσο όρο με τη Φενέρμπαχτσε.
Σε ο,τι αφορά τον Γιόβιτς, είναι αληθές ότι ο Σέρβος πλεϊμέικερ έχει ταλαιπωρηθεί στο παρελθόν από αρκετούς τραυματισμούς στην καριέρα του. Εξαιτίας αυτών εξάλλου, δεν μπόρεσε ποτέ να πιάσει το πραγματικό του potential. Ο 36χρονος άσος συμβιβάστηκε τελικά με μια καριέρα 9 ετών στην EuroLeague και κοντά 180 παιχνίδια στην Λίγκα, αλλά και 6 μετάλλια με την Εθνική Σερβίας, στην οποία υπήρξε ενεργό στέλεχος για πολλά καλοκαίρια. Έκανε πρωταθλητισμό με ομάδες όπως ο Ερυθρός Αστέρας, η Μπάγερν, η Χίμκι, ο Παναθηναϊκός κι είναι επαγγελματίας από τα 19 του. Πέρσι στο Μόναχο δε... θάμπωσε, όμως είναι δεδομένο ότι μπορεί ακόμη και σήμερα να φέρει σε μια ομάδα πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία όσον αφορά την δημιουργία και τον έλεγχο του τέμπο ενός αγώνα. Ένας εξαιρετικός πασέρ κι ιδιαίτερα οξυδερκής περιφερειακός. Όχι τόσο ταχύς όσο στα νιάτα του, αλλά με το μυαλό του να λειτουργεί ακόμη σε υψηλές στροφές. Και με την εκτίμηση ότι στο επίπεδο του EuroCup και με ανάλογη διαχείριση στα λεπτά του, μπορεί να προσφέρει ποιότητα κι ηρεμία στην νευραλγική θέση "1".
Ο κοινός παρανομαστής για Μπιρτς και Γιόβιτς είναι πως κι οι δυό τους έχουν σχεδόν ολοκληρώσει τη γύρα τους στο άθλημα και πλέον βρίσκονται σε φάση που είναι απόλυτα ώριμοι μπασκετικά κι έχουν παίξει ματς σε κάθε πιθανή κι απίθανη συνθήκη. Σε μεγάλα διεθνή τουρνουά. Σε ευρωπαϊκές πίστες. Σε «μικρά» παιχνίδια του εγχώριου πρωταθλήματος. Ξέρουν τις διαδικασίες νέων ομάδων. Ξέρουν και μπορούν να αποδεχθούν τους ρόλους τους. Ξέρουν πως να διαχειριστούν αποτελέσματα και συναισθήματα. Ξέρουν πως να διαχειριστούν ένα DNP αν τυχόν «κοπεί» κάποιος από την εξάδα των ξένων στην GBL. Ξέρουν τι μπορεί να τους ζητηθεί. Και πως θα ανταποκριθούν στα ζητούμενα. Γνωρίζουν καλά τι χρειάζεται μια ομάδα με 11 νέους παίκτες προκειμένου να επισπεύσει τις καταστάσεις και να έρθει πιο γρήγορα κοντά. Κυριότερα; Κι οι δύο ξέρουν πάρα πολύ καλά τη φιλοσοφία του Βασίλη Σπανούλη. Ο Μπιρτς ήταν το alter ego στο πικ εν ρολ του Kill Bill στον Ολυμπιακό για μια σεζόν. Ο Γιόβιτς έπαιξε πολλές φορές αντίπαλος με τον νυν προπονητή του, όταν εκείνος φορούσε ακόμη τα αθλητικά του. Συνεπώς, θεωρώ πως αμφότεροι αποτελούν «εγγύηση» για τον Άρη κι ως προς τη σχέση τους με τον προπονητή, αλλά και σχετικά με όσα μπορούν δυνητικά να μεταλαμπαδεύσουν στους νεότερους ηλικιακά και λιγότερο έμπειρους συμπαίκτες τους.
Το δίχως άλλο, για τον Άρη αναμένεται να ξεκινήσει σύντομα μια πολύ ενδιαφέρουσα σεζόν. Και σίγουρα πρωτόγνωρη. Με όνειρα, αλλά και νέα δεδομένα, νέο -υψηλότερο- πήχη, νέους στόχους και φυσικά καινούργια πρόσωπα. Τα οποία θα χρειαστούν χρόνο, εργατοώρες κι υπομονή, μέχρις ότου να «δέσουν» και βρουν το πραγματικό σημείο επαφής. Και φυσικά παιχνίδια. Πρώτα φιλικά προετοιμασίας κι ύστερα επίσημα. Σε κάθε περίπτωση, είναι ένα νέο, πιο ελπιδοφόρο, ξεκίνημα. Κι αυτό δημιουργεί τη προσμονή αλλά και την... περιέργεια αναφορικά με το τι θα παρουσιάσει τελικά ο Άρης στο παρκέ, σε Ελλάδα κι Ευρώπη, στη σεζόν 2026-27.
